Σύμφωνα με το άρθρο 333 παράγραφος 1 β’ ΠΚ, «με την ποινή που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο (φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή) τιμωρείται και όποιος, χωρίς να απειλείται βία ή άλλες παράνομες πράξεις, προκαλεί σε άλλο άτομο φόβο ή ανησυχία με επιμονή στην καταδίωξη ή την παρακολούθηση του, όπως ενδεικτικά με την προσπάθεια διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακών ή ηλεκτρονικών μέσων ή επανειλημμένες επισκέψεις στον οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό χώρο αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του». Το συγκεκριμένο εδάφιο, το οποίο εισήχθη με τον Νόμο 4531/2018, ο οποίος επικύρωσε τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, καθορίζει το αδίκημα του stalking.
Η Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου 4531/2018 διευκρινίζει ότι «με την τέταρτη παράγραφο και σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης, ποινικοποιείται ο όρος stalking, δηλαδή μια επίμονη συμπεριφορά καταδίωξης ή παρακολούθησης, η οποία καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής για την ιδιωτική ζωή του θύματος. Για το λόγο αυτό, προστίθεται δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 333 ΠΚ. Το νέο αυτό αδίκημα, σε αντίθεση με αυτό της απειλής, δεν τελείται με απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, αλλά με την επιμονή στην καταδίωξη ή την παρακολούθηση του θύματος, η οποία πραγματοποιείται είτε μέσω διαρκούς επαφής με τηλεπικοινωνιακά ή ηλεκτρονικά μέσα (π.χ. αποστολή email, κλήσεις τηλεφώνου κ.ά.) είτε με συνεχείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την αντίθεση βούλησή του, προκαλώντας φόβο ή ανησυχία σε αυτό».
Σαλαμπάση Χ. Βασιλική, Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια